Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Chamberlain

/ʧembərlən/

noun

1. British statesman who as prime minister pursued a policy of appeasement toward fascist germany (1869-1940)

    synonym:
  • Chamberlain
  • ,
  • Neville Chamberlain
  • ,
  • Arthur Neville Chamberlain

1. Βρετανός πολιτικός που ως πρωθυπουργός ακολούθησε πολιτική κατευνασμού προς τη φασιστική γερμανία (1869-1940)

συνώνυμο:
  • Κάμπελ,
  • Νέβιλ Τσάμπερλεϊν,
  • Άρθουρ Νέβιλ Τσάμπερλεϊν

2. The treasurer of a municipal corporation

    synonym:
  • chamberlain

2. Ο ταμίας μιας δημοτικής εταιρείας

συνώνυμο:
  • αναλόγιο

3. An officer who manages the household of a king or nobleman

    synonym:
  • chamberlain

3. Ένας αξιωματικός που διαχειρίζεται το σπίτι ενός βασιλιά ή ευγενή

συνώνυμο:
  • αναλόγιο