Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Certified

/sərtəfaɪd/

adjective

1. Endorsed authoritatively as having met certain requirements

  • "A certified public accountant"
    synonym:
  • certified

1. Εγκρίθηκε έγκυρα ως έχει πληρούν ορισμένες απαιτήσεις

  • "Πιστοποιημένος δημόσιος λογιστής"
συνώνυμο:
  • πιστοποιημένο

2. Fit to be certified as insane (and treated accordingly)

    synonym:
  • certifiable
  • ,
  • certified

2. Ταιριάζει για να πιστοποιηθεί ως τρελό (και αντιμετωπίζεται αναλόγως)

συνώνυμο:
  • πιστοποιητέα,
  • πιστοποιημένο

3. Holding appropriate documentation and officially on record as qualified to perform a specified function or practice a specified skill

  • "A registered pharmacist"
  • "A registered hospital"
    synonym:
  • certified
  • ,
  • qualified

3. Κατοχή κατάλληλης τεκμηρίωσης και επίσημα σε εγγραφή ως προσόντα για την εκτέλεση μιας συγκεκριμένης λειτουργίας ή εξάσκησης

  • "Εγγεγραμμένος φαρμακοποιός"
  • "Εγγεγραμμένο νοσοκομείο"
συνώνυμο:
  • πιστοποιημένο,
  • ειδικευμένος

Examples of using

I'm a certified translator.
Είμαι πιστοποιημένος μεταφραστής.
Warning, the guy in front of you is a certified nutter!
Προειδοποίηση, ο τύπος μπροστά σας είναι ένα πιστοποιημένο καρύδι!
I'm a certified translator.
Είμαι πιστοποιημένος μεταφραστής.