Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Centrist

/sɛntrɪst/

noun

1. A person who takes a position in the political center

    synonym:
  • centrist
  • ,
  • middle of the roader
  • ,
  • moderate
  • ,
  • moderationist

1. Ένα άτομο που παίρνει θέση στο πολιτικό κέντρο

συνώνυμο:
  • κεντρώοσ,
  • μέση του οδοστρώματος,
  • μέτριος,
  • μετριοπαθής

adjective

1. Supporting or pursuing a course of action that is neither liberal nor conservative

    synonym:
  • centrist
  • ,
  • middle-of-the-road

1. Υποστήριξη ή επιδίωξη μιας πορείας δράσης που δεν είναι ούτε φιλελεύθερη ούτε συντηρητική

συνώνυμο:
  • κεντρώοσ,
  • μέση του δρόμου