Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Cease

/sis/

noun

1. (`cease' is a noun only in the phrase `without cease') end

    synonym:
  • cease

1. (`η ασθένεια είναι ένα ουσιαστικό μόνο στη φράση `χωρίς τέλος του )

συνώνυμο:
  • σταματώ

verb

1. Put an end to a state or an activity

  • "Quit teasing your little brother"
    synonym:
  • discontinue
  • ,
  • stop
  • ,
  • cease
  • ,
  • give up
  • ,
  • quit
  • ,
  • lay off

1. Βάλτε τέλος σε μια κατάσταση ή μια δραστηριότητα

  • "Συγγνώμη πειράζει τον μικρό σου αδελφό"
συνώνυμο:
  • διακόπτω,
  • σταματώ,
  • σταματώ,
  • εγκαταλείπω,
  • σταματώ,
  • απολύω

2. Have an end, in a temporal, spatial, or quantitative sense

  • Either spatial or metaphorical
  • "The bronchioles terminate in a capillary bed"
  • "Your rights stop where you infringe upon the rights of other"
  • "My property ends by the bushes"
  • "The symphony ends in a pianissimo"
    synonym:
  • end
  • ,
  • stop
  • ,
  • finish
  • ,
  • terminate
  • ,
  • cease

2. Έχουν ένα τέλος, με χρονική, χωρική ή ποσοτική έννοια

  • Είτε χωρική είτε μεταφορική
  • "Τα βρογχιόλια τερματίζουν σε ένα τριχοειδές κρεβάτι"
  • "Τα δικαιώματά σας σταματούν εκεί που παραβιάζετε τα δικαιώματα των άλλων"
  • "Η ιδιοκτησία μου τελειώνει από τους θάμνους"
  • "Η συμφωνία τελειώνει σε ένα πιανίσιμο"
συνώνυμο:
  • τέλος,
  • σταματώ,
  • τελειώνω,
  • τερματίζω,
  • σταματώ

Examples of using

Listen, Tom, do you promise that you won't cease to love me even after hearing what I'm going to say now?
Άκου, Τομ, υπόσχεσαι ότι δεν θα σταματήσεις να με αγαπάς ακόμα και αφού ακούσεις τι θα σου πω τώρα?
Facts do not cease to exist because they are ignored.
Τα γεγονότα δεν παύουν να υπάρχουν επειδή αγνοούνται.
You cease to care.
Σταματάς να νοιάζεσαι.