Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Catapult

/kætəpəlt/

noun

1. A plaything consisting of a y-shaped stick with elastic between the arms

  • Used to propel small stones
    synonym:
  • slingshot
  • ,
  • sling
  • ,
  • catapult

1. Μια γείωση που αποτελείται από ένα ραβδί σε σχήμα υ με ελαστικό μεταξύ των χεριών

  • Χρησιμοποιείται για να ωθήσει μικρές πέτρες
συνώνυμο:
  • σφεντόνα,
  • σφεντόνα,
  • καταπέλτησ

2. A device that launches aircraft from a warship

    synonym:
  • catapult
  • ,
  • launcher

2. Μια συσκευή που εκτοξεύει αεροσκάφη από ένα πολεμικό πλοίο

συνώνυμο:
  • καταπέλτησ,
  • εκτοξευτήσ

3. An engine that provided medieval artillery used during sieges

  • A heavy war engine for hurling large stones and other missiles
    synonym:
  • catapult
  • ,
  • arbalest
  • ,
  • arbalist
  • ,
  • ballista
  • ,
  • bricole
  • ,
  • mangonel
  • ,
  • onager
  • ,
  • trebuchet
  • ,
  • trebucket

3. Ένας κινητήρας που παρείχε μεσαιωνικό πυροβολικό που χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια πολιορκίων

  • Μια βαριά πολεμική μηχανή για την εκτόξευση μεγάλων πετρών και άλλων πυραύλων
συνώνυμο:
  • καταπέλτησ,
  • βαλσαμόχορτο,
  • αρμπαλιστήσ,
  • μπαλίστα,
  • βρικόλακας,
  • μανγκονέλ,
  • επικαλούμενοσ,
  • τρεμπουκέτ,
  • τρεμπούκετ

verb

1. Shoot forth or launch, as if from a catapult

  • "The enemy catapulted rocks towards the fort"
    synonym:
  • catapult

1. Πυροβολήστε ή εκτοξεύστε, σαν από έναν καταπέλτη

  • "Ο εχθρός κατέλαβε βράχους προς το φρούριο"
συνώνυμο:
  • καταπέλτησ

2. Hurl as if with a sling

    synonym:
  • sling
  • ,
  • catapult

2. Βιαστείτε σαν με μια σφεντόνα

συνώνυμο:
  • σφεντόνα,
  • καταπέλτησ