Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Carelessly

/kɛrləsli/

adverb

1. Without care or concern

  • "Carelessly raised the children's hopes without thinking of their possible disappointment"
    synonym:
  • carelessly
  • ,
  • heedlessly

1. Χωρίς φροντίδα ή ανησυχία

  • "Απρόσεκτα ανέβασε τις ελπίδες των παιδιών χωρίς να σκεφτεί την πιθανή απογοήτευσή τους"
συνώνυμο:
  • απρόσεκτα,
  • απρόσεκτα

2. Without caution or prudence

  • "One unfortunately sees historic features carelessly lost when estates fall into unsympathetic hands"
    synonym:
  • incautiously
  • ,
  • carelessly

2. Χωρίς προσοχή ή σύνεση

  • "Δυστυχώς βλέπει κανείς ιστορικά χαρακτηριστικά απρόσεκτα χαμένα όταν τα κτήματα πέφτουν σε ασυμπαθητικά χέρια"
συνώνυμο:
  • ακούραστα,
  • απρόσεκτα

3. In a rakish manner

  • "She wore her hat rakishly at an angle"
    synonym:
  • rakishly
  • ,
  • raffishly
  • ,
  • carelessly

3. Με τον τουρκικό τρόπο

  • "Φόρεσε το καπέλο της τολμηρά υπό γωνία"
συνώνυμο:
  • τραγικά,
  • βιαστικά,
  • απρόσεκτα

Examples of using

If you carelessly ask, "got a boyfriend?" she'll be put on her guard and say, "why do you ask?"
Αν ρωτάτε απρόσεκτα, "ξεχάσατε έναν φίλο?" θα τοποθετηθεί στη φρουρά της και να πει, "γιατί ρωτάτε?"
I carelessly allowed the door to stand open.
Άφησα την πόρτα να σταθεί ανοιχτή.