Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Cardboard

/kɑrdbɔrd/

noun

1. A stiff moderately thick paper

    synonym:
  • cardboard
  • ,
  • composition board

1. Ένα άκαμπτο μέτρια παχύ χαρτί

συνώνυμο:
  • χαρτόνι,
  • πίνακας σύνθεσης

adjective

1. Without substance

  • "Cardboard caricatures of historical figures"
    synonym:
  • cardboard
  • ,
  • unlifelike

1. Χωρίς ουσία

  • "Καρικατούρες χαρτονιού ιστορικών μορφών"
συνώνυμο:
  • χαρτόνι,
  • ανεξέλεγκτη

Examples of using

I need some cardboard boxes to pack my possessions.
Χρειάζομαι μερικά κουτιά από χαρτόνι για να συσκευάσω τα υπάρχοντά μου.
Outside the school, she saw people with no homes living in cardboard boxes.
Έξω από το σχολείο, είδε ανθρώπους χωρίς σπίτια να ζουν σε κουτιά από χαρτόνι.