Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "carbonate" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "ανθρακικό" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Carbonate

[Ανθρακικό]
/kɑrbənet/

noun

1. A salt or ester of carbonic acid (containing the anion co3)

    synonym:
  • carbonate

1. Αλάτι ή εστέρας ανθρακικού οξέος ( που περιέχει το ανιόν κο3)

    συνώνυμο:
  • ανθρακικό

verb

1. Turn into a carbonate

    synonym:
  • carbonate

1. Μετατρέπεται σε ανθρακικό

    συνώνυμο:
  • ανθρακικό

2. Treat with carbon dioxide

  • "Carbonated soft drinks"
    synonym:
  • carbonate

2. Αντιμετωπίστε με διοξείδιο του άνθρακα

  • "Ανθρακούχα αναψυκτικά"
    συνώνυμο:
  • ανθρακικό