Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Canvas

/kænvəs/

noun

1. A heavy, closely woven fabric (used for clothing or chairs or sails or tents)

    synonym:
  • canvas
  • ,
  • canvass

1. Ένα βαρύ, στενά υφασμένο ύφασμα (χρησιμοποιείται για ρούχα ή καρέκλες ή πανιά ή σκηνές)

συνώνυμο:
  • καμβάς,
  • καμβά

2. An oil painting on canvas fabric

    synonym:
  • canvas
  • ,
  • canvass

2. Μια ελαιογραφία σε ύφασμα καμβά

συνώνυμο:
  • καμβάς,
  • καμβά

3. The setting for a narrative or fictional or dramatic account

  • "The crowded canvas of history"
  • "The movie demanded a dramatic canvas of sound"
    synonym:
  • canvas
  • ,
  • canvass

3. Η ρύθμιση για μια αφηγηματική ή φανταστική ή δραματική αφήγηση

  • "Ο γεμάτος καμβάς της ιστορίας"
  • "Η ταινία απαίτησε ένα δραματικό καμβά ήχου"
συνώνυμο:
  • καμβάς,
  • καμβά

4. A tent made of canvas fabric

    synonym:
  • canvas tent
  • ,
  • canvas
  • ,
  • canvass

4. Μια σκηνή από ύφασμα καμβά

συνώνυμο:
  • σκηνή καμβά,
  • καμβάς,
  • καμβά

5. A large piece of fabric (usually canvas fabric) by means of which wind is used to propel a sailing vessel

    synonym:
  • sail
  • ,
  • canvas
  • ,
  • canvass
  • ,
  • sheet

5. Ένα μεγάλο κομμάτι ύφασμα (συνήθως ύφασμα καμβά) με το οποίο ο άνεμος χρησιμοποιείται για να ωθήσει ένα ιστιοπλοϊκό σκάφος

συνώνυμο:
  • πλέω,
  • καμβάς,
  • καμβά,
  • φύλλο

6. The mat that forms the floor of the ring in which boxers or professional wrestlers compete

  • "The boxer picked himself up off the canvas"
    synonym:
  • canvas
  • ,
  • canvass

6. Το χαλί που σχηματίζει το πάτωμα του δακτυλίου στο οποίο ανταγωνίζονται μπόξερ ή επαγγελματίες παλαιστές

  • "Ο μπόξερ πήρε τον εαυτό του από τον καμβά"
συνώνυμο:
  • καμβάς,
  • καμβά

verb

1. Solicit votes from potential voters in an electoral campaign

    synonym:
  • canvass
  • ,
  • canvas

1. Ζητήστε ψήφους από τους πιθανούς ψηφοφόρους σε μια προεκλογική εκστρατεία

συνώνυμο:
  • καμβά,
  • καμβάς

2. Get the opinions (of people) by asking specific questions

    synonym:
  • poll
  • ,
  • canvass
  • ,
  • canvas

2. Πάρτε τις απόψεις (των ανθρώπων) κάνοντας συγκεκριμένες ερωτήσεις

συνώνυμο:
  • δημοσκόπηση,
  • καμβά,
  • καμβάς

3. Cover with canvas

  • "She canvassed the walls of her living room so as to conceal the ugly cracks"
    synonym:
  • canvas

3. Κάλυμμα με καμβά

  • "Κατέστρεψε τους τοίχους του σαλονιού της για να κρύψει τις άσχημες ρωγμές"
συνώνυμο:
  • καμβάς

4. Consider in detail and subject to an analysis in order to discover essential features or meaning

  • "Analyze a sonnet by shakespeare"
  • "Analyze the evidence in a criminal trial"
  • "Analyze your real motives"
    synonym:
  • analyze
  • ,
  • analyse
  • ,
  • study
  • ,
  • examine
  • ,
  • canvass
  • ,
  • canvas

4. Εξετάστε λεπτομερώς και υποβάλλεται σε ανάλυση για να ανακαλύψετε βασικά χαρακτηριστικά ή νόημα

  • "Αναλύστε ένα σονέτο από τον σαίξπηρ"
  • "Αναλύστε τα στοιχεία σε μια ποινική δίκη"
  • "Αναλύστε τα πραγματικά σας κίνητρα"
συνώνυμο:
  • αναλύω,
  • αναλύω,
  • μελέτη,
  • εξετάζω,
  • καμβά,
  • καμβάς