Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Cacao

/kəkeoʊ/

noun

1. Tropical american tree producing cacao beans

    synonym:
  • cacao
  • ,
  • cacao tree
  • ,
  • chocolate tree
  • ,
  • Theobroma cacao

1. Τροπικό αμερικανικό δέντρο που παράγει φασόλια κακάο

συνώνυμο:
  • κακάο,
  • δέντρο Κακάο,
  • σοκολατένιο δέντρο,
  • Θεοβρωμά κακάο