Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

By

/baɪ/

adverb

1. So as to pass a given point

  • "Every hour a train goes past"
    synonym:
  • by
  • ,
  • past

1. Για να περάσει ένα συγκεκριμένο σημείο

  • "Κάθε ώρα περνάει ένα τρένο"
συνώνυμο:
  • από,
  • παρελθόν

2. In reserve

  • Not for immediate use
  • "Started setting aside money to buy a car"
  • "Put something by for her old age"
  • "Has a nest egg tucked away for a rainy day"
    synonym:
  • aside
  • ,
  • by
  • ,
  • away

2. Σε αποθεματικό

  • Όχι για άμεση χρήση
  • "Αρχίσαμε να βάζουμε στην άκρη χρήματα για να αγοράσουμε ένα αυτοκίνητο"
  • "Βάλτε κάτι για τα γηρατειά της"
  • "Έχει ένα αυγό φωλιάς που έχει απομακρυνθεί για μια βροχερή μέρα"
συνώνυμο:
  • από την άλλη,
  • από,
  • μακριά

Examples of using

Our teacher comes to school by car.
Ο δάσκαλός μας έρχεται στο σχολείο με το αυτοκίνητο.
I have to be back home by seven.
Πρέπει να επιστρέψω στο σπίτι επτά.
How long does it take from here to your house by bike?
Πόσο καιρό παίρνει από εδώ στο σπίτι σας με το ποδήλατο?