Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Bumpy

/bəmpi/

adjective

1. Causing or characterized by jolts and irregular movements

  • "A rough ride"
    synonym:
  • rough
  • ,
  • rocky
  • ,
  • bumpy
  • ,
  • jolty
  • ,
  • jolting
  • ,
  • jumpy

1. Προκαλώντας ή χαρακτηρίζοντας από τα πηδαλιουχικά και τις ακανόνιστες κινήσεις

  • "Μια τραχιά βόλτα"
συνώνυμο:
  • τραχύς,
  • βραχώδησ,
  • ανώμαλοσ,
  • τρελός,
  • τραβώ,
  • πηδαλιώδησ

2. Covered with or full of bumps

  • "A bumpy country road"
    synonym:
  • bumpy

2. Καλύπτεται με ή γεμάτο προσκρούσεις

  • "Ανώμαλος επαρχιακός δρόμος"
συνώνυμο:
  • ανώμαλοσ