Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Bubbly

/bəbli/

noun

1. A white sparkling wine either produced in champagne or resembling that produced there

    synonym:
  • champagne
  • ,
  • bubbly

1. Ένα λευκό αφρώδες κρασί που παράγεται είτε σε σαμπάνια είτε μοιάζει με αυτό που παράγεται εκεί

συνώνυμο:
  • σαμπάνια,
  • αφρώδησ

adjective

1. Emitting or filled with bubbles as from carbonation or fermentation

  • "Bubbling champagne"
  • "Foamy (or frothy) beer"
    synonym:
  • bubbling
  • ,
  • bubbly
  • ,
  • foaming
  • ,
  • foamy
  • ,
  • frothy
  • ,
  • effervescing
  • ,
  • spumy

1. Εκπομπή ή πλήρωση με φυσαλίδες από ανθράκωση ή ζύμωση

  • "Φούσκωμα σαμπάνιας"
  • "Αφρώδης ( αφρώδυ) μπύρα"
συνώνυμο:
  • αφρώδησ,
  • αφρώδησ,
  • αφρισμό,
  • αφρώδησ,
  • αφρώδησ,
  • αναβράζοντασ,
  • ασταθήσ

2. Full of or showing high spirits

  • "Bright bubbly children"
  • "A bubbly personality"
    synonym:
  • bubbly

2. Γεμάτο ή εμφανίζονται υψηλά πνεύματα

  • "Φωτεινά παιδιά"
  • "Αφρώδης προσωπικότητα"
συνώνυμο:
  • αφρώδησ

Examples of using

But when I tried to turn the shower faucet, this black bubbly liquid came out.
Αλλά όταν προσπάθησα να γυρίσω τη βρύση του ντους, αυτό το μαύρο υγρό βγήκε.