Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Bruise

/bruz/

noun

1. An injury that doesn't break the skin but results in some discoloration

    synonym:
  • bruise
  • ,
  • contusion

1. Ένας τραυματισμός που δεν σπάει το δέρμα, αλλά οδηγεί σε κάποιο αποχρωματισμό

συνώνυμο:
  • μώλωπεσ,
  • παραπλάνηση

verb

1. Injure the underlying soft tissue or bone of

  • "I bruised my knee"
    synonym:
  • bruise
  • ,
  • contuse

1. Τραυματίστε τον υποκείμενο μαλακό ιστό ή το οστό

  • "Μελάνιασα το γόνατό μου"
συνώνυμο:
  • μώλωπεσ,
  • παραμορφώνω

2. Hurt the feelings of

  • "She hurt me when she did not include me among her guests"
  • "This remark really bruised my ego"
    synonym:
  • hurt
  • ,
  • wound
  • ,
  • injure
  • ,
  • bruise
  • ,
  • offend
  • ,
  • spite

2. Πληγώνει τα συναισθήματα του

  • "Με πλήγωσε όταν δεν με συμπεριέλαβε μεταξύ των καλεσμένων της"
  • "Αυτή η παρατήρηση πραγματικά μελάνιασε το εγώ μου"
συνώνυμο:
  • πληγώνω,
  • πληγή,
  • τραυματίζω,
  • μώλωπεσ,
  • προσβάλλω,
  • παραφράζω

3. Break up into small pieces for food preparation

  • "Bruise the berries with a wooden spoon and strain them"
    synonym:
  • bruise

3. Χωρίστε σε μικρά κομμάτια για την προετοιμασία των τροφίμων

  • "Βρουτήξτε τα μούρα με ένα ξύλινο κουτάλι και στραγγίστε τα"
συνώνυμο:
  • μώλωπεσ

4. Damage (plant tissue) by abrasion or pressure

  • "The customer bruised the strawberries by squeezing them"
    synonym:
  • bruise

4. Βλάβη (φυτικό ιστό) από τριβή ή πίεση

  • "Ο πελάτης μελάνιασε τις φράουλες συμπιέζοντάς τες"
συνώνυμο:
  • μώλωπεσ

Examples of using

My whole body was one big bruise after the rugby game.
Ολόκληρο το σώμα μου ήταν ένα μεγάλο μώλωπας μετά το παιχνίδι ράγκμπι.