Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "bristled" into Greek language

Μεταφραστική έννοια και ορισμός της λέξης "χτυπημένο" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Bristled

[Καβουρδισμένοσ]
/brɪsəld/

adjective

1. Having or covered with protective barbs or quills or spines or thorns or setae etc.

  • "A horse with a short bristly mane"
  • "Bristly shrubs"
  • "Burred fruits"
  • "Setaceous whiskers"
    synonym:
  • barbed
  • ,
  • barbellate
  • ,
  • briary
  • ,
  • briery
  • ,
  • bristled
  • ,
  • bristly
  • ,
  • burred
  • ,
  • burry
  • ,
  • prickly
  • ,
  • setose
  • ,
  • setaceous
  • ,
  • spiny
  • ,
  • thorny

1. Έχοντας ή καλύπτονται με προστατευτικούς αχυρώνες ή περβάζια ή αγκάθια ή σετ κλπ.

  • "Ένα άλογο με μια κοντή τρυφερή χαίτη"
  • "Τρομεροί θάμνοι"
  • "Φρούτα"
  • "Καθορισμένα μουστάκια"
    συνώνυμο:
  • αγκαθωτό
  • ,
  • βαρβελιανή
  • ,
  • μπριαλιστικόσ
  • ,
  • τρυπητήρι
  • ,
  • ανατριχιάζω
  • ,
  • τρομερά
  • ,
  • ανατρίχια
  • ,
  • ανατρέπω
  • ,
  • φραγκοσυκιές
  • ,
  • σετόζη
  • ,
  • σετοειδήσ
  • ,
  • ακανθώδησ

Examples of using

The dog's hair bristled up with anger.
Τα μαλλιά του σκύλου γεμίζουν με θυμό.