Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Breakup

/brekəp/

noun

1. The termination or disintegration of a relationship (between persons or nations)

    synonym:
  • dissolution
  • ,
  • breakup

1. Τον τερματισμό ή την αποσύνθεση μιας σχέσης (μεταξύ προσώπων ή εθνών)

συνώνυμο:
  • διάλυση,
  • διάλυση

2. Coming apart

    synonym:
  • separation
  • ,
  • breakup
  • ,
  • detachment

2. Διαλύεται

συνώνυμο:
  • διαχωρισμός,
  • διάλυση,
  • αποκόλληση

Examples of using

Tom couldn't think of Mary without remembering how painful their breakup had been.
Ο Τομ δεν μπορούσε να σκεφτεί τη Μαίρη χωρίς να θυμηθεί πόσο οδυνηρή ήταν η διάλυσή τους.