Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "breakthrough" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "διάλειμμα" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Breakthrough

[Διάλυση]
/brekθru/

noun

1. A productive insight

    synonym:
  • discovery
  • ,
  • breakthrough
  • ,
  • find

1. Μια παραγωγική διορατικότητα

συνώνυμο:
  • ανακάλυψη,
  • ανακάλυψη,
  • βρίσκω

2. Making an important discovery

    synonym:
  • breakthrough

2. Κάνοντας μια σημαντική ανακάλυψη

συνώνυμο:
  • ανακάλυψη

3. A penetration of a barrier such as an enemy's defense

    synonym:
  • breakthrough

3. Η διείσδυση ενός φράγματος όπως η άμυνα ενός εχθρού

συνώνυμο:
  • ανακάλυψη