Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Breakage

/brekɪʤ/

noun

1. The quantity broken

  • "The total breakage was huge"
    synonym:
  • breakage

1. Η ποσότητα έσπασε

  • "Το συνολικό σπάσιμο ήταν τεράστιο"
συνώνυμο:
  • θραύση

2. Reimbursement for goods damaged while in transit or in use

    synonym:
  • breakage

2. Επιστροφή των εμπορευμάτων που έχουν υποστεί ζημιά κατά τη μεταφορά ή κατά τη χρήση

συνώνυμο:
  • θραύση

3. The act of breaking something

  • "The breakage was unavoidable"
    synonym:
  • breakage
  • ,
  • break
  • ,
  • breaking

3. Η πράξη του να σπάσεις κάτι

  • "Το σπάσιμο ήταν αναπόφευκτο"
συνώνυμο:
  • θραύση,
  • σπάω,
  • σπάσιμο