Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Brandy

/brændi/

noun

1. Distilled from wine or fermented fruit juice

    synonym:
  • brandy

1. Αποσταγμένος από το κρασί ή ζυμωμένος χυμός φρούτων

συνώνυμο:
  • μπράντι

Examples of using

Tom took a sip of brandy.
Ο Τομ πήρε μια γουλιά μπράντι.