Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Boned

/boʊnd/

adjective

1. Having had the bones removed

  • "A boneless rib roast"
  • "A boned (or deboned) fish"
    synonym:
  • boned
  • ,
  • deboned

1. Αφού αφαιρέθηκαν τα οστά

  • "Ένα ψητό πλευρό χωρίς κόκαλα"
  • "Ένα αποσπασμένο ( απονέμεται) ψάρι"
συνώνυμο:
  • αποφλοιωμένο,
  • αποσβολώνω

2. Having bones as specified

  • "His lanky long-boned body"
    synonym:
  • boned

2. Έχοντας οστά όπως ορίζεται

  • "Το αδύνατο σώμα του"
συνώνυμο:
  • αποφλοιωμένο