Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Blown

/bloʊn/

adjective

1. Being moved or acted upon by moving air or vapor

  • "Blown clouds of dust choked the riders"
  • "Blown soil mounded on the window sill"
    synonym:
  • blown

1. Μετακινείται ή ενεργείται επάνω με την κίνηση του αέρα ή του ατμού

  • "Τα φυσητά σύννεφα σκόνης πνίγηκαν τους αναβάτες"
  • "Φυσητό έδαφος που ανακατεύεται στο περβάζι του παραθύρου"
συνώνυμο:
  • φυσητός

2. Breathing laboriously or convulsively

    synonym:
  • blown
  • ,
  • pursy
  • ,
  • short-winded
  • ,
  • winded

2. Αναπνέοντας επίπονα ή σπασμωδικά

συνώνυμο:
  • φυσητός,
  • πορφύρα,
  • βραχυπρόθεσμα,
  • περιέλιξε

Examples of using

I thought Tom had blown it.
Νόμιζα ότι ο Τομ το είχε φουσκώσει.
It was such a powerful explosion that the roof was blown off.
Ήταν μια τέτοια ισχυρή έκρηξη που η οροφή είχε εκραγεί.
I had my hat blown off by the wind.
Είχα το καπέλο μου να ανατινάζεται από τον άνεμο.