Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Blocked

/blɑkt/

adjective

1. Closed to traffic

  • "The repaving results in many blocked streets"
    synonym:
  • blocked
  • ,
  • out of use(p)

1. Κλειστό για την κυκλοφορία

  • "Η αναπαράσταση οδηγεί σε πολλούς μπλοκαρισμένους δρόμους"
συνώνυμο:
  • μπλοκαρισμένος,
  • εκτός χρήσης()

2. Completely obstructed or closed off

  • "The storm was responsible for many blocked roads and bridges"
  • "The drain was plugged"
    synonym:
  • blocked
  • ,
  • plugged

2. Εντελώς εμποδίζεται ή κλείνει

  • "Η καταιγίδα ήταν υπεύθυνη για πολλούς μπλοκαρισμένους δρόμους και γέφυρες"
  • "Η αποχέτευση ήταν συνδεδεμένη"
συνώνυμο:
  • μπλοκαρισμένος,
  • συνδεδεμένο

Examples of using

Tom blocked Mary's way and wouldn't let her enter the room.
Ο Τομ μπλόκαρε το δρόμο της Μαίρης και δεν την άφηνε να μπει στο δωμάτιο.
In addition to a blocked nose, I'm also suffering from a high temperature.
Εκτός από μια μπλοκαρισμένη μύτη, υποφέρω επίσης από υψηλή θερμοκρασία.
Facebook is blocked in China.
Το βιβλίο είναι μπλοκαρισμένο στην Κίνα.