Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Blindly

/blaɪndli/

adverb

1. Without seeing or looking

  • "He felt around his desk blindly"
    synonym:
  • blindly

1. Χωρίς να βλέπεις ή να κοιτάς

  • "Ένιωθε γύρω από το γραφείο του τυφλά"
συνώνυμο:
  • τυφλά

2. Without preparation or reflection

  • Without a rational basis
  • "They bought the car blindly"
  • "He picked a wife blindly"
    synonym:
  • blindly

2. Χωρίς προετοιμασία ή προβληματισμό

  • Χωρίς λογική βάση
  • "Αγόρασαν το αυτοκίνητο τυφλά"
  • "Διάλεξε μια γυναίκα τυφλά"
συνώνυμο:
  • τυφλά