Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "bleach" into Greek language

Μεταφραστική έννοια και ορισμός της λέξης "λεύκανση" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Bleach

[Μπλέκα]
/bliʧ/

noun

1. The whiteness that results from removing the color from something

  • "A complete bleach usually requires several applications"
    synonym:
  • bleach

1. Η λευκότητα που προκύπτει από την αφαίρεση του χρώματος από κάτι

  • "Ένα πλήρες λευκαντικό συνήθως απαιτεί πολλές εφαρμογές"
    συνώνυμο:
  • λευκαντικό

2. An agent that makes things white or colorless

    synonym:
  • bleaching agent
  • ,
  • bleach
  • ,
  • blanching agent
  • ,
  • whitener

2. Ένας παράγοντας που κάνει τα πράγματα λευκά ή άχρωμα

    συνώνυμο:
  • λευκαντικό μέσο
  • ,
  • λευκαντικό
  • ,
  • πράκτορας λεύκανσης

3. The act of whitening something by bleaching it (exposing it to sunlight or using a chemical bleaching agent)

    synonym:
  • bleach

3. Η πράξη της λεύκανσης κάτι με τη λεύκανση (επιβάλλοντάς το στο φως του ήλιου ή χρησιμοποιώντας ένα χημικό λευκαντικό παράγοντα)

    συνώνυμο:
  • λευκαντικό

verb

1. Remove color from

  • "The sun bleached the red shirt"
    synonym:
  • bleach
  • ,
  • bleach out
  • ,
  • decolor
  • ,
  • decolour
  • ,
  • decolorize
  • ,
  • decolourize
  • ,
  • decolorise
  • ,
  • decolourise
  • ,
  • discolorize
  • ,
  • discolourise
  • ,
  • discolorise

1. Αφαιρέστε το χρώμα από

  • "Ο ήλιος λεύκανε το κόκκινο πουκάμισο"
    συνώνυμο:
  • λευκαντικό
  • ,
  • λευκαίνω
  • ,
  • αποχρωματίζω

2. Make whiter or lighter

  • "Bleach the laundry"
    synonym:
  • bleach

2. Κάντε πιο λευκό ή πιο ελαφρύ

  • "Απλώστε τα ρούχα"
    συνώνυμο:
  • λευκαντικό