Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "blasphemous" into Greek language

Μετάφραση που σημαίνει & ορισμός της λέξης "βλάσφημος" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Blasphemous

[Βλάσφημοσ]
/blæsfəməs/

adjective

1. Grossly irreverent toward what is held to be sacred

  • "Blasphemous rites of a witches' sabbath"
  • "Profane utterances against the church"
  • "It is sacrilegious to enter with shoes on"
    synonym:
  • blasphemous
  • ,
  • profane
  • ,
  • sacrilegious

1. Κατάφωρα ασεβής απέναντι σε αυτό που θεωρείται ιερό

  • "Βλάσφημες ιεροτελεστίες του σαββάτου των μαγισσών"
  • "Βέβηλες εκφράσεις κατά της εκκλησίας"
  • "Είναι ιερόσυλο να μπαίνεις με παπούτσια"
    συνώνυμο:
  • βλάσφημοσ
  • ,
  • βέβηλος
  • ,
  • ιερόσυλοσ

2. Characterized by profanity or cursing

  • "Foul-mouthed and blasphemous"
  • "Blue language"
  • "Profane words"
    synonym:
  • blasphemous
  • ,
  • blue
  • ,
  • profane

2. Χαρακτηρίζεται από βωμολοχίες ή βρισιές

  • "Βρωμόστομος και βλάσφημος"
  • "Γαλάζια γλώσσα"
  • "Βέβηλα λόγια"
    συνώνυμο:
  • βλάσφημοσ
  • ,
  • μπλε
  • ,
  • βέβηλος