Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Blackness

/blæknəs/

noun

1. The quality or state of the achromatic color of least lightness (bearing the least resemblance to white)

    synonym:
  • black
  • ,
  • blackness
  • ,
  • inkiness

1. Η ποιότητα ή η κατάσταση του αχρωματικού χρώματος της ελάχιστης ελαφρότητας ( που φέρει τη μικρότερη ομοιότητα με το λευκό)

συνώνυμο:
  • μαύρος,
  • μαυρίλα,
  • ευαισθησία

2. Total absence of light

  • "They fumbled around in total darkness"
  • "In the black of night"
    synonym:
  • total darkness
  • ,
  • lightlessness
  • ,
  • blackness
  • ,
  • pitch blackness
  • ,
  • black

2. Πλήρης απουσία φωτός

  • "Κατέρρευσαν στο απόλυτο σκοτάδι"
  • "Στο μαύρο της νύχτας"
συνώνυμο:
  • απόλυτο σκοτάδι,
  • ανελαφρότητα,
  • μαυρίλα,
  • πίσσα μαύρο,
  • μαύρος

Examples of using

The pupils of her eyes had the blackness of a deep abyss.
Οι κόρες των ματιών της είχαν τη μαυρίλα μιας βαθιάς αβύσσου.