Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Bile

/baɪl/

noun

1. A digestive juice secreted by the liver and stored in the gallbladder

  • Aids in the digestion of fats
    synonym:
  • bile
  • ,
  • gall

1. Ένας πεπτικός χυμός που εκκρίνεται από το ήπαρ και αποθηκεύεται στη χοληδόχο κύστη

  • Βοηθά στην πέψη των λιπών
συνώνυμο:
  • χολή,
  • χολή