Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Betrayal

/bɪtreəl/

noun

1. An act of deliberate betrayal

    synonym:
  • treachery
  • ,
  • betrayal
  • ,
  • treason
  • ,
  • perfidy

1. Μια πράξη σκόπιμης προδοσίας

συνώνυμο:
  • προδοσία,
  • προδοσία,
  • προδοσία,
  • απιστία

2. The quality of aiding an enemy

    synonym:
  • betrayal

2. Η ποιότητα της βοήθειας ενός εχθρού

συνώνυμο:
  • προδοσία