Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Benign

/bɪnaɪn/

adjective

1. Not dangerous to health

  • Not recurrent or progressive (especially of a tumor)
    synonym:
  • benign

1. Δεν είναι επικίνδυνο για την υγεία

  • Μη υποτροπιάζουσα ή προοδευτική (ειδικά ενός όγκου)
συνώνυμο:
  • καλοήθης

2. Pleasant and beneficial in nature or influence

  • "A benign smile"
  • "The benign sky"
  • "The benign influence of pure air"
    synonym:
  • benign
  • ,
  • benignant

2. Ευχάριστο και ευεργετικό στη φύση ή την επιρροή

  • "Ένα καλό χαμόγελο"
  • "Ο καλοήθης ουρανός"
  • "Η καλοήθης επίδραση του καθαρού αέρα"
συνώνυμο:
  • καλοήθης,
  • καλοήθησ

3. Kindness of disposition or manner

  • "The benign ruler of millions"
  • "Benign intentions"
    synonym:
  • benign

3. Καλοσύνη διάθεσης ή τρόπου

  • "Ο καλοήθης κυβερνήτης εκατομμυρίων"
  • "Καλές προθέσεις"
συνώνυμο:
  • καλοήθης