Lingvanex Tranalator

Translator for

translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "beneficial" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "ευεργετική" στην ελληνική γλώσσα





1. Promoting or enhancing well-being

  • "An arms limitation agreement beneficial to all countries"
  • "The beneficial effects of a temperate climate"
  • "The experience was good for her"
  • beneficial
  • ,
  • good

1. Προώθηση ή ενίσχυση της ευημερίας

  • "Συμφωνία περιορισμού των εξοπλισμών ωφέλιμη για όλες τις χώρες"
  • "Οι ευεργετικές επιδράσεις ενός εύκρατου κλίματος"
  • "Η εμπειρία ήταν καλή για εκείνη"
  • ευεργετικός
  • ,
  • καλός

Examples of using

Happiness is beneficial for the body, but it is grief that develops the powers of the mind.
Η ευτυχία είναι ευεργετική για το σώμα, αλλά είναι η θλίψη που αναπτύσσει τις δυνάμεις του νου.
Ultimately, space flight will be beneficial to all mankind.
Τελικά, η διαστημική πτήση θα είναι επωφελής για όλη την ανθρωπότητα.