Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Bemusement

/bɛmjusmənt/

noun

1. Confusion resulting from failure to understand

    synonym:
  • bewilderment
  • ,
  • obfuscation
  • ,
  • puzzlement
  • ,
  • befuddlement
  • ,
  • mystification
  • ,
  • bafflement
  • ,
  • bemusement

1. Σύγχυση που προκύπτει από την αποτυχία κατανόησης

συνώνυμο:
  • αποπνικτικότητα,
  • συσκότιση,
  • προβληματισμόσ,
  • επαίνω,
  • μυστικοποίηση,
  • προσβολή,
  • αποστροφή