Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Bellows

/bɛloʊz/

noun

1. A mechanical device that blows a strong current of air

  • Used to make a fire burn more fiercely or to sound a musical instrument
    synonym:
  • bellows

1. Μια μηχανική συσκευή που φυσά ένα ισχυρό ρεύμα αέρα

  • Χρησιμοποιείται για να κάνει μια φωτιά να καίει πιο έντονα ή να ακούγεται ένα μουσικό όργανο
συνώνυμο:
  • φυσητήρεσ