Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Behalf

/bɪhæf/

noun

1. As the agent of or on someone's part (usually expressed as "on behalf of" rather than "in behalf of")

  • "The guardian signed the contract on behalf of the minor child"
  • "This letter is written on behalf of my client"
    synonym:
  • behalf

1. Ως πράκτορας ή εκ μέρους κάποιου (συνήθως εκφράζεται ως "εξ ονόματος" και όχι "εξ ονόματος")

  • "Ο κηδεμόνας υπέγραψε τη σύμβαση εξ ονόματος του ανήλικου παιδιού"
  • "Αυτή η επιστολή είναι γραμμένη εξ ονόματος του πελάτη μου"
συνώνυμο:
  • εκ μέρους

2. For someone's benefit (usually expressed as `in behalf' rather than `on behalf' and usually with a possessive)

  • "In your behalf"
  • "Campaigning in his own behalf"
  • "Spoke a good word in his friend's behalf"
    synonym:
  • behalf

2. Για το όφελος κάποιου (συνήθως εκφράζεται ως `εξ ονόματος' και όχι ως `εκ μέρους' και συνήθως με ένα κτητικό )

  • "Για λογαριασμό σου"
  • "Εκστρατεία για λογαριασμό του"
  • "Είπε μια καλή λέξη στο όνομα του φίλου του"
συνώνυμο:
  • εκ μέρους

Examples of using

My intervention on your behalf is the only reason you still have a job.
Η παρέμβασή μου εκ μέρους σας είναι ο μόνος λόγος που έχετε ακόμα δουλειά.
I'm calling you on behalf of Mr. Simon.
Σας καλώ εξ ονόματος του κ. Σάιμον.
She is collecting on behalf of the blind.
Συλλέγει εκ μέρους των τυφλών.