Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "beauty" into Greek language

Μετάφραση έννοια & ορισμός της λέξης "ομορφιά" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Beauty

[Ομορφιά]
/bjuti/

noun

1. The qualities that give pleasure to the senses

    synonym:
  • beauty

1. Οι ιδιότητες που δίνουν ευχαρίστηση στις αισθήσεις

    συνώνυμο:
  • ομορφιά

2. A very attractive or seductive looking woman

    synonym:
  • smasher
  • ,
  • stunner
  • ,
  • knockout
  • ,
  • beauty
  • ,
  • ravisher
  • ,
  • sweetheart
  • ,
  • peach
  • ,
  • lulu
  • ,
  • looker
  • ,
  • mantrap
  • ,
  • dish

2. Μια πολύ ελκυστική ή σαγηνευτική γυναίκα

    συνώνυμο:
  • λειαίνων
  • ,
  • εκπληκτικός
  • ,
  • νοκ-άουτ
  • ,
  • ομορφιά
  • ,
  • εξαφανίζων
  • ,
  • γλυκιά μου
  • ,
  • ροδάκινο
  • ,
  • lulu
  • ,
  • επισκέπτησ
  • ,
  • παραπέτασμα
  • ,
  • πιάτο

3. An outstanding example of its kind

  • "His roses were beauties"
  • "When i make a mistake it's a beaut"
    synonym:
  • beauty
  • ,
  • beaut

3. Ένα εξαιρετικό παράδειγμα του είδους του

  • "Τα τριαντάφυλλά του ήταν ομορφιές"
  • "Όταν κάνω ένα λάθος είναι ομορφιά"
    συνώνυμο:
  • ομορφιά

Examples of using

I was struck by her beauty.
Με εντυπωσίασε η ομορφιά της.
Mary is arrogant about her beauty.
Η Μαίρη είναι αλαζονική για την ομορφιά της.
Mary is a real beauty.
Η Μαίρη είναι μια πραγματική ομορφιά.