Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Batter

/bætər/

noun

1. (baseball) a ballplayer who is batting

    synonym:
  • batter
  • ,
  • hitter
  • ,
  • slugger
  • ,
  • batsman

1. (μπασεμπολ) ένας παίκτης μπάλας που κάνει κτύπημα

συνώνυμο:
  • κτύπημα,
  • χτύποσ,
  • λαθρεμπόριο,
  • μπάτσμαν

2. A liquid or semiliquid mixture, as of flour, eggs, and milk, used in cooking

    synonym:
  • batter

2. Ένα υγρό ή ημι-υγρό μίγμα, όπως το αλεύρι, τα αυγά και το γάλα, που χρησιμοποιούνται στο μαγείρεμα

συνώνυμο:
  • κτύπημα

verb

1. Strike against forcefully

  • "Winds buffeted the tent"
    synonym:
  • buffet
  • ,
  • knock about
  • ,
  • batter

1. Απεργία ενάντια σε δυναμικά

  • "Οι παράδεισοι τους τοποθέτησαν σε μπουφέ τη σκηνή"
συνώνυμο:
  • μπουφές,
  • παρακινώ,
  • κτύπημα

2. Strike violently and repeatedly

  • "She clobbered the man who tried to attack her"
    synonym:
  • clobber
  • ,
  • baste
  • ,
  • batter

2. Απεργία βίαια και επανειλημμένα

  • "Αυτή πίεσε τον άνθρωπο που προσπάθησε να της επιτεθεί"
συνώνυμο:
  • παραπονιέμαι,
  • αποβάλλω,
  • κτύπημα

3. Make a dent or impression in

  • "Dinge a soft hat"
    synonym:
  • dinge
  • ,
  • batter

3. Κάντε μια οδοντοστοιχία ή εντύπωση σε

  • "Βάζοντας ένα μαλακό καπέλο"
συνώνυμο:
  • ντίνγκε,
  • κτύπημα