Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Bathrobe

/bæθroʊb/

noun

1. A loose-fitting robe of towelling

  • Worn after a bath or swim
    synonym:
  • bathrobe

1. Μια χαλαρή ρόμπα ρυμούλκησης

  • Φοριέται μετά από μπάνιο ή κολύμπι
συνώνυμο:
  • μπουρνούζι