Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Bathe

/beð/

noun

1. The act of swimming

  • "The englishman said he had a good bathe"
    synonym:
  • bathe

1. Η πράξη της κολύμβησης

  • "Ο άγγλος είπε ότι είχε ένα καλό μπάνιο"
συνώνυμο:
  • μπάνιο

verb

1. Cleanse the entire body

  • "Bathe daily"
    synonym:
  • bathe

1. Καθαρίστε ολόκληρο το σώμα

  • "Μπάτε καθημερινά"
συνώνυμο:
  • μπάνιο

2. Suffuse with or as if with light

  • "The room was bathed in sunlight"
    synonym:
  • bathe

2. Ασφυκτί με ή σαν με το φως

  • "Το δωμάτιο ήταν λουσμένο στο φως του ήλιου"
συνώνυμο:
  • μπάνιο

3. Clean one's body by immersion into water

  • "The child should bathe every day"
    synonym:
  • bathe
  • ,
  • bath

3. Καθαρίστε το σώμα κάποιου με τη βύθιση στο νερό

  • "Το παιδί πρέπει να κάνει μπάνιο κάθε μέρα"
συνώνυμο:
  • μπάνιο,
  • μπάνιο

Examples of using

What time do you usually bathe the baby?
Τι ώρα κάνετε συνήθως μπάνιο στο μωρό?
Please bathe the children.
Παρακαλώ κάντε μπάνιο στα παιδιά.
Sharks have been seen from the rigging - it is not safe to bathe any longer; - be quick, get into the boat.
Οι καρχαρίες έχουν δει από την εξέδρα - δεν είναι ασφαλές να κάνετε μπάνιο πλέον - να είστε γρήγοροι, να μπείτε στο σκάφος.