Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Barroom

/bɑrrum/

noun

1. A room or establishment where alcoholic drinks are served over a counter

  • "He drowned his sorrows in whiskey at the bar"
    synonym:
  • barroom
  • ,
  • bar
  • ,
  • saloon
  • ,
  • ginmill
  • ,
  • taproom

1. Ένα δωμάτιο ή ένα ίδρυμα όπου τα αλκοολούχα ποτά σερβίρονται πάνω από έναν πάγκο

  • "Έπνιξε τις θλίψεις του στο ουίσκι στο μπαρ"
συνώνυμο:
  • βαρωματίδα,
  • μπαρ,
  • σαλόνι,
  • τζινμίλ,
  • ταπετσαρία