Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Ballerina

/bælərinə/

noun

1. A female ballet dancer

    synonym:
  • ballerina
  • ,
  • danseuse

1. Μια γυναίκα χορεύτρια μπαλέτου

συνώνυμο:
  • μπαλαρίνα,
  • δανσεούσ

Examples of using

You're no more a singer than I'm a ballerina.
Δεν είσαι περισσότερο τραγουδίστρια από ό, τι είμαι μπαλαρίνα.