Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Badge

/bæʤ/

noun

1. An emblem (a small piece of plastic or cloth or metal) that signifies your status (rank or membership or affiliation etc.)

  • "They checked everyone's badge before letting them in"
    synonym:
  • badge

1. Ένα έμβλημα (ένα μικρό κομμάτι από πλαστικό ή ύφασμα ή μέταλλο) που σημαίνει την κατάστασή σας (τράπεζα ή μέλος ή συνεργασία κ.λπ

  • "Έλεγξαν το σήμα όλων πριν τους αφήσουν να μπουν"
συνώνυμο:
  • σήμα

2. Any feature that is regarded as a sign of status (a particular power or quality or rank)

  • "Wearing a tie was regarded as a badge of respectability"
    synonym:
  • badge

2. Οποιοδήποτε χαρακτηριστικό που θεωρείται ως ένδειξη κατάστασης (α συγκεκριμένη δύναμη ή ποιότητα ή βαθμίδα)

  • "Το να ντύνεται μια γραβάτα θεωρήθηκε ως σήμα αξιοπιστίας"
συνώνυμο:
  • σήμα

verb

1. Put a badge on

  • "The workers here must be badged"
    synonym:
  • badge

1. Βάζω σήμα

  • "Οι εργαζόμενοι εδώ πρέπει να εμποτιστούν"
συνώνυμο:
  • σήμα