Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Baccarat

/bɑkərɑ/

noun

1. A card game played in casinos in which two or more punters gamble against the banker

  • The player wins who holds 2 or 3 cards that total closest to nine
    synonym:
  • baccarat
  • ,
  • chemin de fer

1. Ένα παιχνίδι καρτών που παίζεται σε καζίνο στο οποίο δύο ή περισσότεροι παίκτες παίζουν εναντίον του τραπεζίτη

  • Ο παίκτης κερδίζει ποιος κατέχει 2 ή 3 κάρτες που συνολικά πλησιάζουν στο εννέα
συνώνυμο:
  • μπακαρά,
  • τεσμίν ντε φερ