Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Babbling

/bæbəlɪŋ/

noun

1. Gibberish resembling the sounds of a baby

    synonym:
  • babble
  • ,
  • babbling
  • ,
  • lallation

1. Ευτυχία που μοιάζει με τους ήχους ενός μωρού

συνώνυμο:
  • φλυαρώ,
  • παραπλανώ,
  • επιτίμηση

Examples of using

Stop babbling.
Σταματήστε να παίζετε.
She is babbling with happiness.
Και ανακατεύεται από ευτυχία.
Stop babbling.
Σταματήστε να παίζετε.