Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Awake

/əwek/

verb

1. Stop sleeping

  • "She woke up to the sound of the alarm clock"
    synonym:
  • wake up
  • ,
  • awake
  • ,
  • arouse
  • ,
  • awaken
  • ,
  • wake
  • ,
  • come alive
  • ,
  • waken

1. Σταματήστε να κοιμάστε

  • "Ξύπνησε με τον ήχο του ξυπνητηριού"
συνώνυμο:
  • ξύπνημα,
  • ξύπνιος,
  • ξυπνάω,
  • ξυπνάω,
  • ξύπνημα,
  • ζωντανεύω,
  • ξυπνώ

adjective

1. Not in a state of sleep

  • Completely conscious
  • "Lay awake thinking about his new job"
  • "Still not fully awake"
    synonym:
  • awake(p)

1. Όχι σε κατάσταση ύπνου

  • Απόλυτα συνειδητοποιημένος
  • "Κάτσε ξύπνιος σκεπτόμενος τη νέα του δουλειά"
  • "Ακόμα δεν είμαι εντελώς ξύπνιος"
συνώνυμο:
  • ()<TAG1><TAG1>

2. Mentally perceptive and responsive

  • "An alert mind"
  • "Alert to the problems"
  • "Alive to what is going on"
  • "Awake to the dangers of her situation"
  • "Was now awake to the reality of his predicament"
    synonym:
  • alert
  • ,
  • alive(p)
  • ,
  • awake(p)

2. Διανοητικά αντιληπτική και ανταποκρινόμενη

  • "Μυαλό σε εγρήγορση"
  • "Προειδοποίηση για τα προβλήματα"
  • "Ζωντανό σε αυτό που συμβαίνει"
  • "Αφουγκραστείτε τους κινδύνους της κατάστασής της"
  • "Ήταν τώρα ξύπνιος στην πραγματικότητα της κατάστασής του"
συνώνυμο:
  • ειδοποίηση,
  • ζωντανός()<TAG1>,
  • ()<TAG1><TAG1>

Examples of using

Tom lay awake in bed, listening to the rain.
Ο Τομ ξάπλωσε ξύπνιος στο κρεβάτι, ακούγοντας τη βροχή.
Are you still awake?
Είσαι ακόμα ξύπνιος?
Is Tom awake yet?
Είναι ο Τομ ξύπνιος ακόμα?