Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Avocado

/ævəkɑdoʊ/

noun

1. A pear-shaped tropical fruit with green or blackish skin and rich yellowish pulp enclosing a single large seed

    synonym:
  • avocado
  • ,
  • alligator pear
  • ,
  • avocado pear
  • ,
  • aguacate

1. Ένα τροπικό φρούτο σε σχήμα αχλαδιού με πράσινο ή μαύρο δέρμα και πλούσιο κιτρινωπό πολτό που περικλείει έναν ενιαίο μεγάλο σπόρο

συνώνυμο:
  • αβοκάντο,
  • αχλάδι αλιγάτορα,
  • αχλάδι αβοκάντο,
  • αγωακικόσ

2. Tropical american tree bearing large pulpy green fruits

    synonym:
  • avocado
  • ,
  • avocado tree
  • ,
  • Persea Americana

2. Τροπικό αμερικανικό δέντρο που φέρει μεγάλα παλλόμενα πράσινα φρούτα

συνώνυμο:
  • αβοκάντο,
  • δέντρο αβοκάντο,
  • Υπερθεία Αμερική

adjective

1. Of the dull yellowish green of the meat of an avocado

    synonym:
  • avocado

1. Από το θαμπό κιτρινωπό πράσινο του κρέατος ενός αβοκάντο

συνώνυμο:
  • αβοκάντο

Examples of using

Avocados are the fruit of the avocado tree.
Τα αβοκάντο είναι ο καρπός του δέντρου αβοκάντο.