Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "autopsy" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "αυτοψία" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Autopsy

[Αυτοψία]
/ɔtɑpsi/

noun

1. An examination and dissection of a dead body to determine cause of death or the changes produced by disease

    synonym:
  • autopsy
  • ,
  • necropsy
  • ,
  • postmortem
  • ,
  • post-mortem
  • ,
  • PM
  • ,
  • postmortem examination
  • ,
  • post-mortem examination

1. Εξέταση και ανατομή ενός νεκρού σώματος για τον προσδιορισμό της αιτίας θανάτου ή των αλλαγών που προκαλούνται από την ασθένεια

    συνώνυμο:
  • αυτοψία
  • ,
  • νεκροψία
  • ,
  • μεταθανάτια
  • ,
  • μετά θάνατον
  • ,
  • ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΌΣ
  • ,
  • μεταθανάτια εξέταση
  • ,
  • μετά τη σφαγή εξέταση

verb

1. Perform an autopsy on a dead body

  • Do a post-mortem
    synonym:
  • autopsy

1. Κάντε αυτοψία σε νεκρό σώμα

  • Κάνω μια μετά θάνατον
    συνώνυμο:
  • αυτοψία

Examples of using

Was there an autopsy?
Υπήρξε αυτοψία?