Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Authenticate

/ɔθɛntəket/

verb

1. Establish the authenticity of something

    synonym:
  • authenticate

1. Να εξακριβώσουμε την αυθεντικότητα κάποιου πράγματος

συνώνυμο:
  • πιστοποιώ

Examples of using

A leading specialist was brought in to authenticate the painting.
Ένας κορυφαίος ειδικός μεταφέρθηκε για να πιστοποιήσει τον πίνακα.