Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Auntie

/ænti/

noun

1. The sister of your father or mother

  • The wife of your uncle
    synonym:
  • aunt
  • ,
  • auntie
  • ,
  • aunty

1. Η αδελφή του πατέρα ή της μητέρας σου

  • Η γυναίκα του θείου σου
συνώνυμο:
  • θεία,
  • θεία,
  • θεία