Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "attach" into Greek language

Μετάφραση που σημαίνει & ορισμός της λέξης "προσάρτηση" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Attach

[Επισυνάψτε]
/ətæʧ/

verb

1. Cause to be attached

    synonym:
  • attach

1. Αιτία να προσκολληθεί

    συνώνυμο:
  • επισυνάπτω

2. Be attached

  • Be in contact with
    synonym:
  • attach

2. Να επισυνάπτεται

  • Να είστε σε επαφή με
    συνώνυμο:
  • επισυνάπτω

3. Become attached

  • "The spider's thread attached to the window sill"
    synonym:
  • attach

3. Δένω

  • "Το νήμα της αράχνης συνδεδεμένο στο περβάζι του παραθύρου"
    συνώνυμο:
  • επισυνάπτω

4. Create social or emotional ties

  • "The grandparents want to bond with the child"
    synonym:
  • bind
  • ,
  • tie
  • ,
  • attach
  • ,
  • bond

4. Δημιουργήστε κοινωνικούς ή συναισθηματικούς δεσμούς

  • "Οι παππούδες θέλουν να δεθούν με το παιδί"
    συνώνυμο:
  • δεσμεύω
  • ,
  • γραβάτα
  • ,
  • επισυνάπτω
  • ,
  • δεσμός

5. Take temporary possession of as a security, by legal authority

  • "The fbi seized the drugs"
  • "The customs agents impounded the illegal shipment"
  • "The police confiscated the stolen artwork"
    synonym:
  • impound
  • ,
  • attach
  • ,
  • sequester
  • ,
  • confiscate
  • ,
  • seize

5. Πάρτε την προσωρινή κατοχή ως εγγύηση, από νομική αρχή

  • "Το fbi κατέσχεσε τα ναρκωτικά"
  • "Οι εκτελωνιστές κατέσχεσαν την παράνομη αποστολή"
  • "Η αστυνομία κατάσχεσε το κλεμμένο έργο τέχνης"
    συνώνυμο:
  • κατάσχω
  • ,
  • επισυνάπτω
  • ,
  • απομόνωση
  • ,
  • αρπάζω

Examples of using

You attach too much importance to what he says.
Δίνεις υπερβολική σημασία σε αυτά που λέει.
Don't forget to attach your photo to the application form.
Μην ξεχάσετε να συνδέσετε τη φωτογραφία σας στη φόρμα αίτησης.
I forgot to attach a stamp to the envelope.
Ξέχασα να επισυνάψω μια σφραγίδα στο φάκελο.