Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Atheist

/eθiəst/

noun

1. Someone who denies the existence of god

    synonym:
  • atheist

1. Αυτός που αρνείται την ύπαρξη του θεού

συνώνυμο:
  • άθεος

adjective

1. Related to or characterized by or given to atheism

  • "Atheist leanings"
    synonym:
  • atheist
  • ,
  • atheistic
  • ,
  • atheistical

1. Σχετίζεται ή χαρακτηρίζεται από ή δίνεται στον αθεϊσμό

  • "Αθεϊστικές κλίσεις"
συνώνυμο:
  • άθεος,
  • αθεϊστικόσ,
  • αθεϊστικόσ

Examples of using

She is an atheist.
Είναι άθεος.
I'm an atheist.
Είμαι άθεος.
Our minister is a vegetarian and an atheist.
Ο υπουργός μας είναι χορτοφάγος και άθεος.