Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "at" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "στην" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

At

[Στο]
/æt/

noun

1. A highly unstable radioactive element (the heaviest of the halogen series)

  • A decay product of uranium and thorium
    synonym:
  • astatine
  • ,
  • At
  • ,
  • atomic number 85

1. Ένα εξαιρετικά ασταθές ραδιενεργό στοιχείο (το βαρύτερο της σειράς αλογόνου)

  • Προϊόν αποσύνθεσης ουρανίου και θορίου
    συνώνυμο:
  • αστατίνη
  • ,
  • Στο
  • ,
  • ατομικός αριθμός 85

2. 100 at equal 1 kip in laos

    synonym:
  • at

2. 100 σε ίσο 1 κιλό στο λάος

    συνώνυμο:
  • στο

Examples of using

You didn't come at four. That's why they went without you.
Δεν ήρθες στις τέσσερις. Γι' αυτό πήγαν χωρίς εσένα.
I usually get up at eight o'clock.
Συνήθως σηκώνομαι στις οκτώ.
I usually get up at eight o'clock.
Συνήθως σηκώνομαι στις οκτώ.